-μάρα

-μάρα
παραγωγική κατάληξη τής Νέας Ελληνικής, με την οποία σχηματίζονται (συνήθως από επίθετα) αφηρημένα θηλυκά ουσιαστικά που δηλώνουν πάθος, ελάττωμα ή κάποια χαρακτηριστική ιδιότητα. Η κατάληξη αυτή αποσπάστηκε από ουσιαστικά σε -μός (πρβλ. βαρεμός > βαρεμάρα) ή από μεγεθυντικά ουδέτερα σε -αμα (πρβλ. σίχαμα > σιχαμάρα) + μεγεθ. κατάλ. -άρα (για τη δεύτερη κατηγορία πρβλ. -αμάρα).Λέξεις σε -μάρα (για περισσότερα παραδείγματα βλ. και -αμάρα): αγριεμάρα, αλληλοφαγωμάρα, αναστατωμάρα, αποβλακωμάρα, αποχαυνωμάρα, βαργεστημάρα, βαρεστημάρα, γκαβωμάρα, ζαβλακωμάρα, ζαβωμάρα, κομμάρα, κομματάρα, κρυωμάρα, λιγωμάρα, λυσσασμάρα, νεκρωμάρα, ξελιγωμάρα, παλαβωμάρα, πλακωμάρα, σαστιμάρα, σκοτισμάρα, στραβωμάρα, τρομάρα, τυφλωμάρα, φαγωμάρα, φουσκωμάρα, χαζωμάρα, χαροτρομάρα].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • μάρα — μάρᾱ , μάρη hand fem nom/voc/acc dual μάρᾱ , μάρη hand fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μάρα — Μάρᾱ , Μάρης masc acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρα — η 1. μαρασμός, στενοχώρια, μαράζι 2. φρ. α) «η σάρα και η μάρα και το κακό συναπάντημα» όχλος, συρφετός β) «άρες μάρες κουκουνάρες» ή «άρες μάρες κουταμάρες» ασυναρτησίες, ακατανόητα λόγια. [ΕΤΥΜΟΛ. Πλαστή λ. από τη φράση «άρες μάρες» (για τη… …   Dictionary of Greek

  • μάρα — η μόνο στις φρ.: «η σάρα και η μάρα», συρφετός, όχλος· «άρες μάρες κουκουνάρες», για ασυναρτησίες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μάρᾳ — μάραι , μάρη hand fem nom/voc pl μάρᾱͅ , μάρη hand fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μαρά, Ζαν Πολ — (Jean Paul Marat, Μπουντρί, Ελβετία 1743 – Παρίσι 1793). Γάλλος πολιτικός. Σπούδασε ιατρική στην Αγγλία και μετά την επιστροφή στη πατρίδα του προσπάθησε να αναδειχθεί ως συγγραφέας, δίχως επιτυχία. Εργάστηκε ως γιατρός της σωματοφυλακής του κόμη …   Dictionary of Greek

  • σαστι(σ)μάρα — η, Ν το σάστισμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σαστίζω + κατάλ. μάρα (πρβλ. χαζο μάρα)] …   Dictionary of Greek

  • μαράνῃ — μαρά̱νῃ , μαραίνω quench aor subj mid 2nd sg (epic doric aeolic) μαρά̱νῃ , μαραίνω quench aor subj act 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρας — μάρᾱς , μάρη hand fem acc pl μάρᾱς , μάρη hand fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαράναι — μαρά̱ναῑ , μαραίνω quench aor opt act 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”